Roots & Revolutions. Από τον Bach στον Stravinsky
Μαρία Ανισέγκου, Όλγα Holdorff-Μυριαγκού
Τετ, 26 Αυγ, 21:00
Κτήμα Καράβα (Καράβικο), Κάμπος
Η συναυλία «Roots and Revolutions» παρακολουθεί την πορεία της ευρωπαϊκής μουσικής από τις στέρεες βάσεις της μπαρόκ παράδοσης έως τις ριζοσπαστικές αναζητήσεις του 20ού αιώνα. Μέσα από έργα των Bach, Haydn, Beethoven, Glière, Bartók και Stravinsky, το βιολί και το βιολοντσέλο βρίσκονται σε έναν διαρκή διάλογο, αναδεικνύοντας τη συνέχεια αλλά και τις μεταμορφώσεις της γλώσσας της μουσικής ανά τους αιώνες.
Από τη διαύγεια της αντίστιξης και την κλασική ισορροπία, μέχρι τη ρομαντική εκφραστικότητα, τα λαϊκά ηχοχρώματα και τις τολμηρές ρυθμικές και αρμονικές καινοτομίες του μοντερνισμού, το πρόγραμμα φωτίζει τις διαφορετικές όψεις μιας κοινής καλλιτεχνικής κληρονομιάς. Κάθε έργο αποτελεί κι έναν κρίκο σε μια αλυσίδα δημιουργικής έμπνευσης, όπου η παράδοση δεν παραμένει στατική, αλλά μετασχηματίζεται διαρκώς σε κάτι νέο.
Μια μουσική διαδρομή γεμάτη αντιθέσεις και συνδέσεις, όπου οι «ρίζες» του παρελθόντος συναντούν τις «ανατροπές» που διαμόρφωσαν το μέλλον της δυτικής μουσικής.
Η βιολοντσελίστα Μαρία Ανισέγκου σπούδασε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και στις Ανώτατες Μουσικές Σχολές του Βέρτσμπουργκ και της Λειψίας, με υποτροφίες του Ι.Κ.Υ. και του Συλλόγου Φίλων της Μουσικής. Έχει εμφανιστεί ως σολίστ σε σημαντικά φεστιβάλ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, είναι μέλος των Trio IAMA και VersUs Ensemble, μόνιμο μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης και διδάσκει στο Νέο Ωδείο Θεσσαλονίκης.
Η βιολονίστρια Όλγα Holdorff Μυριαγκού έχει συνεργαστεί με κορυφαίες ορχήστρες και μουσικά σύνολα της Γερμανίας, ενώ έχει εμφανιστεί σε Ευρώπη, Ασία, Καναδά και Μέση Ανατολή. Είναι μέλος των LUX:NM, ιδρύτρια του Berlin Music Ensemble, συνιδρύτρια και η μία εκ των δύο καλλιτεχνικών διευθυντών του Μουσικού Φεστιβάλ Χίου. Έχει συνεργαστεί με κορυφαίες ορχήστρες, όπως οι Berliner Philharmoniker, NDR Elbphilharmonie και WDR, και έχει διδάξει για την Barenboim-Said Foundation στην Παλαιστίνη και το «El Sistema» στη Βενεζουέλα.
Ερμηνεύουν: Όλγα Holdorff Μυριαγκού (βιολί), Μαρία Ανισέγκου (βιολοντσέλο)
Πρόγραμμα
Johann Sebastian Bach (1685-1750)
Inventions n.1, n.4, n.8 για βιολί και τσέλο
Joseph Haydn (1732-1809)
Ντουέτο εγχόρδων σε ρε μείζονα για βιολί και τσέλο,
Igor Stravinsky (1882-1971)
(διασκευή για βιολί και τσέλο: Gregor Piatigorsky)
Ludwig van Beethoven (1770-1827)
Ντουέτο εγχόρδων σε ντο μείζονα αρ.1 για βιολί και τσέλο
Reinhold Glière (1875-1956)
8 κομμάτια για βιολί και τσέλο, έργο 39
Béla Bartók (1881-1945)
Έξι Ρουμάνικοι λαϊκοί χοροί για βιολί και τσέλο
Johann Sebastian Bach (1685-1750)
Inventions n.1, n.4, n.8 για βιολί και τσέλο
Η μουσική του J.S. Bach για πληκτροφόρα όργανα τέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του μουσικού κόσμου χάρη στην υψηλή παιδαγωγική της αξία. Οι σημερινοί σπουδαστές πιάνου συναντούν συνθέσεις του σχεδόν σε κάθε βήμα που πραγματοποιούν στο πλαίσιο της προόδου τους. Ο J.S. Bach σε αυτές τις δίφωνες Inventions φροντίζει να εξοικειώσει σταδιακά τον ερμηνευτή τόσο στις αντιστικτικές τεχνικές του κανόνα και της φούγκας, όσο και στην ομοφωνικότερη και γεμάτη καλλωπισμούς γραφή για μία μελωδική φωνή και συνοδεία.
Για τους ίδιους λόγους ερμηνεύονται εξίσου εξαιρετικά και από ένα ντουέτο εγχόρδων οργάνων με ιδανικότερο το συνδυασμό βιολί – τσέλο. Στην Invention n.1 το βιολί και το τσέλο έχουν ισότιμους ρόλους έχοντας έναν διαρκή και ζωντανό διάλογο με την κεντρική μελωδία. Στην Invention n.4 διακρίνουμε την ενέργεια ενός γρήγορου, στροβιλιστού χορού σε ρυθμό 3/8. Τέλος, στην Invention n.8, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες, χαρούμενες και τεχνικά απαιτητικές Inventions, κυριαρχεί η αίσθηση μιας διαρκούς κίνησης.
Joseph Haydn (1732-1809)
Ντουέτο εγχόρδων σε ρε μείζονα για βιολί και τσέλο
Ο J. Haydn μεταμόρφωσε τη μουσική δωματίου από ένα απλό μέσο οικιακής διασκέδασης σε μια από τις πιο σοβαρές, βαθιές και εκλεπτυσμένες μορφές τέχνης. Καθιέρωσε έναν ισότιμο διάλογο μεταξύ των οργάνων, όπου η μελωδική γραμμή μεταφέρεται συνεχώς από το ένα όργανο στο άλλο. Η αίσθηση του χιούμορ και η αγάπη του για τα πειράγματα διαφαίνονται συχνά στις μουσικές του συνθέσεις. Το ντουέτο για βιολί και τσέλο που περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα είναι ένα έργο μουσικής δωματίου, το οποίο αποπνέει ομορφιά και αυτή την πνευματώδη διάθεση του συνθέτη. Εκδόθηκε για πρώτη φορά γύρω στο 1781 από τον εκδοτικό οίκο William Forster στο Λονδίνο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, το βιολί και το τσέλο μοιράζονται τις ίδιες μελωδίες και συνομιλούν με ιδιαίτερο χιούμορ. Το έργο ξεκινά με ένα αργό μέρος που οδηγεί στο δεύτερο μέρος, ένα μενουέτο, μια γνωστή μορφή χορού της εποχής Μπαρόκ. Ωστόσο, το συγκεκριμένο μενουέτο βασίζεται στη δομή «θέμα και παραλλαγές», γεγονός ασυνήθιστο για αυτή την περίοδο. Το τρίτο μέρος είναι γρήγορο και ζωηρό, ολοκληρώνοντας με αισιόδοξο τόνο αυτό το γοητευτικό έργο.
Igor Stravinsky (1882-1971)
(διασκευή για βιολί και τσέλο: Gregor Piatigorsky)
Suite Italienne
Serenata
Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Ρωσική Επανάσταση, ο Ρώσος συνθέτης Igor Stravinsky εγκαθίσταται μόνιμα στη Γαλλία. Αποκομμένος από την πατρίδα του, στρέφεται για έμπνευση στο παρελθόν της Δυτικής Ευρώπης. Το διάσημο μπαλέτο Pulcinella (1920) εδραιώνει τη στροφή του συνθέτη στο νεοκλασικό ύφος γραφής όπου συνδυάζονται ρυθμοί και αρμονικές διασυνδέσεις του 20ού αιώνα με αυθεντικές μελωδίες του Ιταλικού (και όχι μόνο) Μπαρόκ. Η Serenata είναι το δεύτερο μέρος της σουίτας Suite Italienne η οποία βασίζεται στη μουσική του μπαλέτου Pulcinella. Πρόκειται για μια τρυφερή και μελαγχολική άρια του τενόρου στην αυθεντική έκδοση του μπαλέτου.
Η βαθιά εκφραστική μεταγραφή για τσέλο και πιάνο δημιουργήθηκε το 1932 από τον ίδιο τον συνθέτη σε στενή συνεργασία με τον σπουδαίο τσελίστα Gregor Piatigorsky. Λίγο αργότερα, ο Piatigorsky προχώρησε και στη μεταγραφή έργων της σουίτας και για άλλους συνδυασμούς εγχόρδων, συμπεριλαμβανομένης της μαγευτικής εκδοχής για βιολί και τσέλο. Αυτή η μεταγραφή δημιουργήθηκε αρχικά για να παιχτεί από δύο θρυλικούς δεξιοτέχνες του 20ού αιώνα: τον βιολονίστα Jascha Heifetz και τον τσελίστα Gregor Piatigorsky.
Λευτέρης Βενιάδης
Μια καλοκαιρινή μέρα στη Χίο των ‘80s
Ο Λευτέρης Βενιάδης με τη μουσική του μας ξαναθυμίζει τα ξέγνοιαστα χιώτικα καλοκαίρια της
δεκαετίας του 1980, ζεστά, λαμπερά και γεμάτα από την αθωότητα των παιδικών μας χρόνων. Στιγμές
αναπόλησης και νοσταλγίας που ξαναφέρνουν στο προσκήνιο του σήμερα μια εποχή μακρινή αλλά και
άρρηκτα συνδεδεμένη με τις καλύτερες παιδικές μας αναμνήσεις. Το έργο του συνθέτη μας χαρίζει ένα
ταξίδι στο παρελθόν και αφήνει την πιο γλυκιά αίσθηση από τις θύμησες της αλλοτινής εκείνης
περιόδου.
Ludwig van Beethoven (1770-1827)
Ντουέτο εγχόρδων σε ντο μείζονα αρ.1 για βιολί και τσέλο
Το πρώτο από τα τρία ντουέτα (WoO 27) του Ludwig van Beethoven, αποτελεί ένα γοητευτικό έργο μουσικής δωματίου της νεανικής δημιουργικής περιόδου του συνθέτη. Αν και αρχικά γράφτηκε στη Βόννη για κλαρινέτο και φαγκότο, εκτελείται συχνότερα στις μέρες μας από έγχορδα όργανα και κυρίως σε μεταγραφή για βιολί και τσέλο. Παρόλο που γράφτηκε σε νεαρή ηλικία, το ντουέτο αναδεικνύει τη διαρκώς εξελισσόμενη δεξιοτεχνία του συνθέτη στη θεματική επεξεργασία, καθώς και την ευφυή ικανότητά του να εξισορροπεί τα ηχοχρώματα ανάμεσα στα δύο όργανα. Τα πρωτότυπα χειρόγραφα χάθηκαν και η μουσική εκδόθηκε μόνο μετά τον θάνατο του.
Το Allegro comodo αποτελεί ένα φωτεινό, γεμάτο ενέργεια μέρος με συνεχή διάλογο και εναλλαγή μελωδικών γραμμών ανάμεσα στα δύο όργανα. Το Larghetto sostenuto λειτουργεί αντιθετικά στο πρώτο μέρος, επεξεργάζοντας περίτεχνα μια λυρική και έντονα εκφραστική μελωδία. Το Rondo: Allegretto, όπως αναμενόταν αυτή την περίοδο, αποτελεί ένα παιχνιδιάρικο, γρήγορο και γεμάτο ζωντάνια φινάλε που κρατά σε εγρήγορση ερμηνευτές και κοινό.
Reinhold Glière (1875-1956)
8 κομμάτια για βιολί και τσέλο, έργο 39
Ο Reinhold Glière (γερμανικής και ουκρανικής καταγωγής) ήταν συνθέτης στη Ρωσική Αυτοκρατορία και τη Σοβιετική Ένωση. Τα «8 κομμάτια για βιολί και τσέλο» είναι από τα πιο δημοφιλή ντουέτα για βιολί και τσέλο στο παγκόσμιο ρεπερτόριο μουσικής δωματίου. Είναι αφιερωμένα στον βιολονίστα Boris Kaliusno και χρονολογούνται από το 1909. Γράφτηκαν, δηλαδή, μετά την επιστροφή του Glière από το Βερολίνο και κατά τη διάρκεια της θητείας του ως καθηγητή στο Ινστιτούτο Gnesin.
Η επαγγελματική του σταδιοδρομία την εποχή της σύνθεσης των ντουέτων καθώς και ο τίτλος του 8ου κομματιού «Etude», ενδέχεται να δίνουν την εντύπωση ότι πρόκειται για έργα γραμμένα για διδακτικούς σκοπούς. Ωστόσο, ήδη από τις πρώτες νότες, καθίσταται σαφές ότι η εκτέλεση του έργου απαιτεί ώριμη μουσικότητα και άρτιο συγχρονισμό. Συνδύασε χαρακτηριστικά σε αυτό το έργο την ύστερη ρομαντική παράδοση με την εξαιρετική γνώση των εγχόρδων και ανέδειξε τη δεξιοτεχνία του ως συνθέτη στις μικρές φόρμες. Το Prelude αποτελεί μια λυρική και εκφραστική εισαγωγή που θέτει τον διάλογο μεταξύ των δύο οργάνων, ενώ στο φινάλε, Etude, παρατηρούμε ένα δεξιοτεχνικό και δυναμικό κλείσιμο που απαιτεί μεγάλη τεχνική ακρίβεια και από τους δύο εκτελεστές.
Béla Bartók (1881-1945)
Έξι Ρουμάνικοι λαϊκοί χοροί για ντουέτο εγχόρδων
Ο Ούγγρος συνθέτης και εθνομουσικολόγος Béla Bartók αναφέρει σε μια επιστολή του κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου: «Θεωρώ στόχο της ζωής μου να συνεχίσω τη μελέτη της ρουμανικής λαϊκής μουσικής, τουλάχιστον στην Τρανσυλβανία, και να τη φέρω μέχρι τέλους…». Οι «Έξι Ρουμάνικοι λαϊκοί χοροί» είναι από τα πιο δημοφιλή έργα του, βασισμένοι σε αυθεντικές παραδοσιακές μελωδίες της Τρανσυλβανίας που ο ίδιος κατέγραψε ως εθνομουσικολόγος. Παρόλο που γράφτηκαν αρχικά το 1915 για σόλο πιάνο και αργότερα για ορχήστρα δωματίου, η διασκευή τους για ντουέτο εγχόρδων βιολί-τσέλο αναδεικνύει μοναδικά τον αρχέγονο ήχο των παραδοσιακών εγχόρδων οργάνων της περιοχής.
Πρώτος είναι ο χορός με το ραβδί, που εκτελείται από έναν μόνο νέο με περίπλοκα βήματα, τελειώνοντας, όπως σημειώνει ο Bartók, με ένα άλμα τόσο ψηλό που ο νέος μπορεί να κλωτσήσει το χαμηλό ταβάνι. Ο δεύτερος είναι ένας κυκλικός και γρήγορος χορός. Το όνομα του τρίτου χορού αναφέρεται στη χορογραφία καθώς ένα ζευγάρι εκτελεστών βηματίζουν στο ίδιο σημείο. Ο τέταρτος χορός προέρχεται από το ρουμανικό χωριό Bucium. Ο συνθέτης άκουσε αυτό το μελαγχολικό σκοπό σε 3/4 να το ερμηνεύει ένας τσιγγάνος στο βιολί. Η ρουμανική πόλκα που ακολουθεί είναι ρυθμικά το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του κύκλου, χάρη στη συνεχή εναλλαγή του μέτρου 2/4 και 3/4. Ο κύκλος κλείνει με έναν καταιγιστικό χορό, γεμάτος ενέργεια, που οδηγεί το έργο σε ένα εκρηκτικό finale.