Τέσσερις μεγάλοι μουσουργοί
Ρεσιτάλ πιάνου με τον Κωνσταντίνο Δεστούνη
Κυρ, 16 Αυγ, 21:00
Πλατεία Νικολάου Πλαστήρα, Πόλη της Χίου
Ο Κωνσταντίνος Δεστούνης, με καταγωγή από τη Χίο, είναι Επίκουρος Καθηγητής Πιάνου του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου και διδάκτωρ του Βασιλικού Κολεγίου Μουσικής του Λονδίνου. Γεννημένος το 1991, είναι από τους επιφανέστερους νέους Έλληνες μουσικούς, και έχει διακριθεί σε διεθνείς διαγωνισμούς πιάνου, με κυριότερους τους Grand Prix Maria Callas (Αθήνα), Southern Highlands (Αυστραλία, Καμπέρα) και τον Πανευρωπαϊκό Διαγωνισμό Πιάνου της Βρέμης.
Ως νικητής του Πανελλήνιου Διαγωνισμού της ΕΡΤ εκπροσώπησε την Ελλάδα στη Eurovision Young Musicians στη Βιέννη. Έχει επίσης βραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών, την Ένωση Ελλήνων Μουσικών και Θεατρικών Κριτικών, τη Yamaha Music Foundation, το ισπανικό σωματείο «Κόσμος εν Αρμονία», την Ένωση Αγιοπαρασκευουσίων Κρήνης Μικράς Ασίας και πολλούς άλλους φορείς.
Η δισκογραφία του περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα πιανιστικά άπαντα του Maurice Ravel (Brilliant Classics), του Θόδωρου Αντωνίου (Naxos) και του Naresh Sohal (Toccata Classics), ενώ αυτήν την περίοδο ηχογραφεί τις 32 Σονάτες του Beethoven.
Ως σολίστ συμπράττει με πλήθος ορχηστρών σε Ελλάδα, Αγγλία, Γερμανία, Ισπανία, Αυστραλία και Μάλτα και δίνει ρεσιτάλ σε διεθνή φεστιβάλ.
Στις 16 Αυγούστου, ο Κωνσταντίνος Δεστούνης θα σημάνει την έναρξη της 10ης, επετειακής, θερινής διοργάνωσης του Μουσικού Φεστιβάλ Χίου, ερμηνεύοντας έργα εμβληματικών κλασικών δημιουργών.
Ερμηνεύει: Κωνσταντίνος Δεστούνης
Πρόγραμμα
Frédéric Chopin (1810-1849)
Νυχτερινό σε ντο δίεση ελάσσονα, (έργο δημοσιευμένο μετά θάνατον)
Frédéric Chopin (1810-1849)
Μπαλάντα αρ. 1 σε σολ ελάσσονα, έργο 23
Claude Debussy (1862-1918)
Πρελούδιο αρ. 24, «Πυροτεχνήματα»
Franz Liszt (1811-1886)
Mephisto Βαλς αρ. 1 σε λα μείζονα, κατάλογος S. 514
Ludwig van Beethoven (1770-1827)
Σονάτα αρ. 21 σε ντο μείζονα, έργο 53 «Waldstein»
Frédéric Chopin (1810-1849)
Νυχτερινό σε ντο δίεση ελάσσονα, (έργο δημοσιευμένο μετά θάνατον)
Τον 18ο αιώνα το Νυχτερινό (Notturno) ήταν γνωστό ως είδος ψυχαγωγικής μουσικής, συνήθως για ενόργανα σύνολα μουσικής δωματίου. Στις αρχές του 19ου αιώνα ωστόσο, το είδος καλλιεργείται πλέον πρωτίστως στον χώρο της μουσικής για πιάνο, ως «κομμάτι χαρακτήρος» υπό τον γαλλικό τίτλο Nocturne. Η συμβολή του Chopin στο εν λόγω είδος (21 κομμάτια) ξεχώρισε μεταξύ των ομοτέχνων του και διατηρεί ως τις μέρες μας μια σταθερή θέση στο πιανιστικό συναυλιακό ρεπερτόριο.
Η σύνθεση του Νυχτερινού σε ντο δίεση ελάσσονα έλαβε χώρα το 1830 αλλά εκδόθηκε το 1870, 21 χρόνια μετά τον θάνατο του συνθέτη. Η πρώτη ενότητα Lento con gran espressione, (αργά, πολύ εκφραστικά) δίνει την εντύπωση ενός πένθιμου εμβατηρίου. Η μελωδία δημιουργεί μια καταθλιπτική διάθεση ενώ η συνοδεία της δημιουργεί ένα κυματιστό υπόβαθρο. Στη δεύτερη ενότητα του κομματιού η ρυθμική εναλλαγή σε 3/4 και 2/4 καθώς και οι μελωδίες που αντλούνται από το κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2, το οποίο γράφτηκε την ίδια περίοδο δημιουργούν σαφώς έναν πιο φωτεινό και ελπιδοφόρο τόνο. Η τυπική, μικρή, τριμερής δομή ολοκληρώνεται εντούτοις με την εμφάνιση γρήγορων, ανάλαφρων και αιθέριων κλιμάκων (fiorituras) ενώ στον επίλογο (Coda) μια σπάνια και γαλήνια picardy third (μια τελική συγχορδία σε ντο δίεση μείζονα αντί για ελάσσονα) φέρνει την αίσθηση της λύτρωσης.
Frédéric Chopin (1810-1849)
Μπαλάντα αρ. 1 σε σολ ελάσσονα, έργο 23
Οι τέσσερις Μπαλάντες του Chopin αποτελούν αριστουργήματα μουσικής γραφής και αφήγησης, με την κάθε μία να δημιουργεί τον δικό της ξεχωριστό κόσμο. Η μπαλάντα αρ. 1 σε σολ ελάσσονα παραμένει ένα από τα πιο δημοφιλή και τεχνικά απαιτητικά έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου για πιάνο. Γράφτηκε μεταξύ των ετών 1835-36 κατά τη διάρκεια της παραμονής του συνθέτη στο Παρίσι. Είναι αφιερωμένη στον «Monsieur le Baron de Stockhausen», πρεσβευτή της περιφέρειας του Ανόβερου στο Παρίσι. Η μπαλάντα έγινε ευρέως γνωστή όταν χρησιμοποιήθηκε και ως soundtrack στην αριστουργηματική ταινία του Roman Polanski «Ο πιανίστας» (παραγωγή 2002), βραβευμένη με τρία Όσκαρ καθώς και «Χρυσό Φοίνικα» στο Φεστιβάλ των Καννών.
Το κομμάτι ξεκινά με μία από τις πιο συναρπαστικές εισαγωγές που υπάρχουν, καθώς τα χέρια του ερμηνευτή διατρέχουν με έμφαση και δύναμη τα χαμηλά μπάσα μέχρι τα υψηλά πρίμα, προκαλώντας την απόλυτη προσμονή για το κύριο λυρικό θέμα που ακολουθεί. Είναι μια εξαιρετικά όμορφη και νοσταλγική μελωδία σε ρυθμό 6/4. Σε αντίθεση, το δεύτερο θέμα, στη μι ύφεση μείζονα, είναι μια φωτεινή και ζεστή μελωδία γεμάτη νυχτερινή γλυκύτητα και ελπίδα. Συνυφασμένα με τον λυρισμό, αφθονούν τα λαμπερά περάσματα και οι τεχνικές δυσκολίες, που κορυφώνονται σε μια δυναμική, λαμπερή «presto con fuoco» coda εκθαμβωτικής δυσκολίας.
Claude Debussy (1862-1918)
Πρελούδιο αρ. 24, «Πυροτεχνήματα»
Στην εργογραφία του Γάλλου «ιμπρεσιονιστή» συνθέτη Claude Debussy για σόλο πιάνο εξέχουσα θέση κατέχουν τα δύο βιβλία με 24 συνολικά πρελούδια. Το κάθε πρελούδιο έχει διαφορετικό περιγραφικό τίτλο και εξερευνά διαφορετικές διαθέσεις και σκηνές. Ο συνθέτης σπάνια περιέγραφε τις ηχητικές «εικόνες» που προσπαθούσε να «ζωγραφίσει» πέρα από τις λέξεις του τίτλου κάθε κομματιού.
Στο «Feux d’artifice» (Πυροτεχνήματα), την κορωνίδα του δεύτερου βιβλίου, αποτυπώνει τη λαμπρότητα και τον ενθουσιασμό των πυροτεχνημάτων, μέσα από τις δυναμικές αντιθέσεις και τις λαμπερές υφές τους, σε μια μαγευτική επίκληση στη δεξιοτεχνία του ερμηνευτή. Όπως εύστοχα λέει ο πιανίστας Taka Kigawa, αυτό το πρελούδιο είναι σαν μια σύνοψη όλων των πρελούδιων. Η ρυθμική επεξεργασία, οι τρόποι, τα χρώματα καθιστούν το αποτέλεσμα εκθαμβωτικό. Μέσα σε αυτό το κομμάτι που διαρκεί λιγότερο από πέντε λεπτά, οι μουσικές ιδέες φαίνονται αμέτρητες. Παρατηρούμε μια ποικιλία από μικρές στιγμές που παραπέμπουν στην 14η Ιουλίου. Στρατιωτική επίδειξη, λαϊκούς χορούς, περιπλανήσεις σε καφετέριες, πικνίκ σε δάση και βεβαίως πυροτεχνήματα. Όταν καταλαγιάσει όλος ο ενθουσιασμός της γιορτής, ακούμε μερικές νότες από τη «Μασσαλιώτιδα».
Franz Liszt (1811-1886)
Mephisto Βαλς αρ. 1 σε λα μείζονα, S. 514
Ο Αυστροούγκρος συνθέτης Franz Liszt, ο οποίος ήταν και ο ίδιος ένας βιρτουόζος πιανίστας, έγραψε τα πιο πρωτοποριακά δεξιοτεχνικά έργα για σόλο πιάνο συμπεριλαμβανομένων των τεσσάρων Mephisto Waltzes. Το πρώτο παραμένει το πιο διάσημο, με υπότιτλο «Der Tanz in der Dorfschenke» (Ο χορός στο καπηλειό του χωριού), και αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα προγραμματικής μουσικής βασισμένο στο ποιητικό έπος «Faust. Ein Gedicht» του Nikolaus Lenau. Σύμφωνα με τη λογοτεχνική πλοκή ο Φάουστ και ο Μεφιστοφελής μπαίνουν σε μια ταβέρνα όπου γίνεται ένα χωριάτικο γαμήλιο γλέντι. Ο Φάουστ έλκεται από τη νύφη, αλλά ντρέπεται να την πλησιάσει. Ο Μεφιστοφελής αρπάζει το βιολί του οργανοπαίχτη και παίζει μια δαιμονιώδη, μεθυστική μελωδία που ξεσηκώνει τους πάντες. Υπό την επήρεια της μουσικής, ο Φάουστ αποκτά θάρρος, παρασύρει την κοπέλα σε έναν άγριο χορό και φεύγουν μαζί στο σκοτεινό δάσος, ενώ στο βάθος ακούγεται ένα αηδόνι. Η πλοκή του Lenau μεταφέρεται στο πιάνο μέσα από συγκεκριμένα μουσικά μοτίβα και πρωτοποριακές τεχνικές, όπου το όργανο μεταμορφώνεται πότε σε βιολί και πότε σε ολόκληρη ορχήστρα. Θεωρείται το κατεξοχήν κομμάτι σόλο πιάνου bravura, δηλαδή ερμηνεύεται με μεγάλη τόλμη, λαμπρότητα, ύψιστη δεξιοτεχνία και με παθιασμένο ύφος.
Ludwig van Beethoven (1770-1827)
Σονάτα αρ. 21 σε ντο μείζονα, έργο 53 «Waldstein»
Ο Ludwig van Beethoven έγραψε το 1804 την περίφημη σονάτα «Waldstein» και την αφιέρωσε στον κόμη Ferdinand von Waldstein, στενό φίλο και προστάτη του. Αποτέλεσε έργο ορόσημο στην εξέλιξη του συνθέτη καθώς και στην αναπτυξιακή πορεία του είδους της σονάτας στον δυτικό ευρωπαϊκό μουσικό πολιτισμό. Σηματοδοτεί τη στροφή του προς έργα πιάνου μεγάλης κλίμακας με συμφωνικές επιρροές.
Η συνθετική τόλμη του πρώτου μέρους ξεπερνά οτιδήποτε είχε επιχειρηθεί μέχρι εκείνη τη χρονική περίοδο από οποιονδήποτε συνθέτη. Στην ανάπτυξη του πρώτου μέρους της σονάτας διακρίνουμε ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Beethoven. Παίρνει μικροσκοπικά μουσικά δομικά στοιχεία και τα αναπτύσσει πέρα από τα όρια των αντιληπτών δυνατοτήτων τους. Το δεύτερο μέρος είναι μια πολύ αργή ατμοσφαιρική εισαγωγή στο τρίτο μέρος και αποτελεί στον πυρήνα του μια παρόμοια εξερεύνηση του εναρκτήριου μοτίβου. Το άνοιγμα του φινάλε, μας παρουσιάζει μια μακρά μελωδία αληθινής ποιητικής ομορφιάς, χαρίζοντας στη σονάτα το διαδεδομένο καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο «L’Aurora» («Η Αυγή»). Ακολουθεί μια σειρά από επεισόδια, τα περισσότερα από αυτά θορυβώδη, όπου το τελευταίο οδηγεί σε μια εντυπωσιακή coda. Εκεί, όλα είναι ακραία. Το τέμπο (η ένδειξη, prestissimo, το πιο γρήγορο που μπορεί να υπάρξει), οι δυναμικές και κυρίως η τεχνική δυσκολία κορυφώνεται σε ένα ολόκληρο τμήμα με οκτάβες glissando, που στα σύγχρονα πιάνα, των οποίων τα πλήκτρα είναι πολύ βαρύτερα και βαθύτερα από αυτά της εποχής του συνθέτη, συχνά απαιτούν ευρηματικές λύσεις για τον ερμηνευτή.